
Στην εποχή του άκρατου φυλετικού ρατσισμού, του τελευταίου ρεύματος ακολούθων της ΚΚΚ, του απόηχου του άπαρτχαϊντ, σε μία μικρή πόλη του Μισισίπι, οι ριζοσπαστικές αντιλήψεις μιας νεαρής κατοίκου περί ισότητας των φυλών, οδηγούν στο πρώτο βήμα αλλαγής των νοοτροπιών.
Μπορεί ακόμη και σήμερα να βρισκόμαστε ανάμεσα σε πολυπληθή αρρωστημένα συμπλεγματικά άτομα που διατείνονται την ανωτερότητα της φυλής τους και πολεμούν γι’αυτήν, μπορεί να βρισκόμαστε μακριά από τη λογικώς ζωογόνα εξάλειψή τους από την κοινωνία που δεν τα έχει ανάγκη, μπορεί να γίνονται καθημερινά μικρά βήματα προς τον αποκλεισμό κάθε είδους ρατσισμού, μπορεί βέβαια και να γίνεται ακόμα και μέτριο σινεμά θίγοντας το θέμα, όσο όμως λειτουργεί στα στεγνά μάτια των μπουρζουά σινεφίλων που θα το χρειαστούν το μαντήλι στην αίθουσα, βρισκόμαστε σε καλό δρόμο.
Βλέπετε, είναι δεδομένο ότι οι Υπηρέτριες, χρησιμοποιώντας αφετηριακά ένα διάσημο ημιαυτοβιογραφικό βιβλίο, δεν είναι, αντίστοιχα με το θέμα του για τα 60s, ριζοσπαστικό ως κινηματογραφική προσέγγιση, δεν ξεφεύγει από την ακαδημαϊκή γραφή της κάμερας και του συναισθηματικά ελαφρώς εκβιαστικού δράματος, δεν κρύβει καν τις κρυφές ματιές στα αγαλματίδια των Όσκαρ υπερπροβάλλοντας δυο τρεις ερμηνείες στις οποίες αβανταδόρικα αφιερώνει κοντινά πλάνα και κινηματογραφικά λεπτά (κι από αυτό έχει μπόλικα, 137 από δαύτα διαρκεί...), άλλο τόσο δεδομένο όμως είναι ότι θα χαριστεί ελάχιστα στα επιμέρους της πολιτικής ορθότητας, του μελοδράματος, της συγκατάβασης που κάνει εικόνα. Αν και κλείνει τα μάτια σε θέματα που θα χωρούσαν άνετα με ένα καλύτερο σενάριο σε δυόμιση ώρες (η σύνδεση φυλετικού και ταξικού ρατσισμού είναι περιορισμένη, το οικογενειακό δράμα των μαύρων γυναικών ως θύματα βίας από συζύγους δυνάστες αναφέρεται αλλά και κρύβεται μία και μόνο φορά εκτός κάδρου), η ιλουστραρισμένη περιγραφή ενός πραγματικού αγώνα μιας ομάδας γυναικών που αναφέρεται σε μία μεγάλη ομάδα του πληθυσμού της γης, να αντικαταστήσουν τον κώδικα ηθικής είναι από εκείνες τις κινηματογραφικές τρικλοποδιές που δεν μπορείς να μην πέσεις θύμα τους. Και, πέφτοντας, ρίχνεις ένα χαμόγελο πριν το δάκρυ του πόνου. Ή μήπως αντίστροφα;
Μπορεί ακόμη και σήμερα να βρισκόμαστε ανάμεσα σε πολυπληθή αρρωστημένα συμπλεγματικά άτομα που διατείνονται την ανωτερότητα της φυλής τους και πολεμούν γι’αυτήν, μπορεί να βρισκόμαστε μακριά από τη λογικώς ζωογόνα εξάλειψή τους από την κοινωνία που δεν τα έχει ανάγκη, μπορεί να γίνονται καθημερινά μικρά βήματα προς τον αποκλεισμό κάθε είδους ρατσισμού, μπορεί βέβαια και να γίνεται ακόμα και μέτριο σινεμά θίγοντας το θέμα, όσο όμως λειτουργεί στα στεγνά μάτια των μπουρζουά σινεφίλων που θα το χρειαστούν το μαντήλι στην αίθουσα, βρισκόμαστε σε καλό δρόμο.
Βλέπετε, είναι δεδομένο ότι οι Υπηρέτριες, χρησιμοποιώντας αφετηριακά ένα διάσημο ημιαυτοβιογραφικό βιβλίο, δεν είναι, αντίστοιχα με το θέμα του για τα 60s, ριζοσπαστικό ως κινηματογραφική προσέγγιση, δεν ξεφεύγει από την ακαδημαϊκή γραφή της κάμερας και του συναισθηματικά ελαφρώς εκβιαστικού δράματος, δεν κρύβει καν τις κρυφές ματιές στα αγαλματίδια των Όσκαρ υπερπροβάλλοντας δυο τρεις ερμηνείες στις οποίες αβανταδόρικα αφιερώνει κοντινά πλάνα και κινηματογραφικά λεπτά (κι από αυτό έχει μπόλικα, 137 από δαύτα διαρκεί...), άλλο τόσο δεδομένο όμως είναι ότι θα χαριστεί ελάχιστα στα επιμέρους της πολιτικής ορθότητας, του μελοδράματος, της συγκατάβασης που κάνει εικόνα. Αν και κλείνει τα μάτια σε θέματα που θα χωρούσαν άνετα με ένα καλύτερο σενάριο σε δυόμιση ώρες (η σύνδεση φυλετικού και ταξικού ρατσισμού είναι περιορισμένη, το οικογενειακό δράμα των μαύρων γυναικών ως θύματα βίας από συζύγους δυνάστες αναφέρεται αλλά και κρύβεται μία και μόνο φορά εκτός κάδρου), η ιλουστραρισμένη περιγραφή ενός πραγματικού αγώνα μιας ομάδας γυναικών που αναφέρεται σε μία μεγάλη ομάδα του πληθυσμού της γης, να αντικαταστήσουν τον κώδικα ηθικής είναι από εκείνες τις κινηματογραφικές τρικλοποδιές που δεν μπορείς να μην πέσεις θύμα τους. Και, πέφτοντας, ρίχνεις ένα χαμόγελο πριν το δάκρυ του πόνου. Ή μήπως αντίστροφα;
0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου