
Λίγο μετά τον αμερικανικό εμφύλιο, η δολοφονία του Λίνκολν ταράζει το έθνος, υπό την απειλή αναβίωσης του πολέμου. Ένας πρώην αξιωματικός των Βορείων αναλαμβάνει την υπεράσπιση μίας γυναίκας που κατηγορείται για συμμετοχή στη συνωμοσία γύρω από τη δολοφονία του προέδρου.
Το τέρας γιγαντώθηκε γιατί γνώριζε καλά πως να φυλαχτεί. Θεσμοί, αρχές και ηθική, εθνικός ύμνος και υπερηφάνεια καταγωγής ανεξάρτητα με το ιστορικό μπαστάρδεμα και την αποικιοκρατία που δεν κατάφερε να σπάσει τη συνοχή της αποχαύνωσης, γέμισαν τα καρμποναρισμένα μυαλά της Δύσης. Κάπως έτσι, από το εθελούσιο κλείσιμο των ματιών σε οτιδήποτε έβλαπτε τους θεσμούς, παρότι δεν αποκρινόταν στο ακλόνητο δίκαιο που υπερασπίζεται ως ηθική αρχή το αμερικανικό σύνταγμα, περάσαμε στον εθνικό και διεθνή τραμπουκισμό του σήμερα. Από όταν η υπερπροβολή της ηρεμίας και της ασφάλειας του έθνους μετά τον πόλεμο οδήγησε τον Λίνκολν στα θεωρεία του θεάτρου και από εκεί στα θυμαράκια, η ΑΜΕΡΙΚΗ αποζητούσε τον ένοχο, που όφειλε να βρει ή να εφέ-βρει (εφεύρει). Να δημιουργήσει δηλαδή, να πλάσει, συνεχίζοντας να διαμορφώνει την κοινή γνώμη, ένα θύμα που θα βάφτιζε θύτη. Η Μέρι Σάρατ του 1865 είναι όλα τα πρόσωπα του 1990, του 2000 και του 2010 που οδηγούν τα κυνηγητά της υπερδύναμης σε επιβολή ανά τον πλανήτη, το κυνήγι μαγισσών, για να μην κινούμαστε μόνο μπροστά στη χρονοϊστορία του αίσχους.
Η ριζοσπαστικά δηκτική γραφή του Ρέντφορντ μεταβάλλει τον κινηματογραφικό άξονα ενός δημιουργού χαρακτήρων σε μια αφοσίωση διαλογικής ιστορίας που θέλει να κουράσει, όπως οι κουραστικές ιστορίες στα εντός των δικαστηρίων οδηγούν αδιαμαρτύρητα στην τυφλή αποδοχή της επιβεβλημένα ποθητής ετυμηγορίας. Αν χάνει τους χαρακτήρες του (κι ας ερμηνεύονται υπέροχα από καστ βετεράνων -Κέβιν Κλάιν, Ρόμπιν Ράιτ, Τομ Γουίλκινσον- και νέων ταλέντων -Τζέιμς ΜάκΑβόι, Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ) εν μέσω συνεχών δικαστικών αντιπαραθέσεων που βασίζονται στην ιστορική ακρίβεια και τον κοφτερό διάλογο, μπορούμε να κλείσουμε τα δικά μας μάτια με ολίγη από συγκάλυψη: η ακαδημαϊκή γραφή ενοχλεί, περισσότερο όμως ενοχλεί η θύμηση, το απωθημένο στο πίσω μέρος του μυαλού Άδικο, μέσα σε ένα παραμυθένιο σύννεφο ιδανικών.
Το τέρας γιγαντώθηκε γιατί γνώριζε καλά πως να φυλαχτεί. Θεσμοί, αρχές και ηθική, εθνικός ύμνος και υπερηφάνεια καταγωγής ανεξάρτητα με το ιστορικό μπαστάρδεμα και την αποικιοκρατία που δεν κατάφερε να σπάσει τη συνοχή της αποχαύνωσης, γέμισαν τα καρμποναρισμένα μυαλά της Δύσης. Κάπως έτσι, από το εθελούσιο κλείσιμο των ματιών σε οτιδήποτε έβλαπτε τους θεσμούς, παρότι δεν αποκρινόταν στο ακλόνητο δίκαιο που υπερασπίζεται ως ηθική αρχή το αμερικανικό σύνταγμα, περάσαμε στον εθνικό και διεθνή τραμπουκισμό του σήμερα. Από όταν η υπερπροβολή της ηρεμίας και της ασφάλειας του έθνους μετά τον πόλεμο οδήγησε τον Λίνκολν στα θεωρεία του θεάτρου και από εκεί στα θυμαράκια, η ΑΜΕΡΙΚΗ αποζητούσε τον ένοχο, που όφειλε να βρει ή να εφέ-βρει (εφεύρει). Να δημιουργήσει δηλαδή, να πλάσει, συνεχίζοντας να διαμορφώνει την κοινή γνώμη, ένα θύμα που θα βάφτιζε θύτη. Η Μέρι Σάρατ του 1865 είναι όλα τα πρόσωπα του 1990, του 2000 και του 2010 που οδηγούν τα κυνηγητά της υπερδύναμης σε επιβολή ανά τον πλανήτη, το κυνήγι μαγισσών, για να μην κινούμαστε μόνο μπροστά στη χρονοϊστορία του αίσχους.
Η ριζοσπαστικά δηκτική γραφή του Ρέντφορντ μεταβάλλει τον κινηματογραφικό άξονα ενός δημιουργού χαρακτήρων σε μια αφοσίωση διαλογικής ιστορίας που θέλει να κουράσει, όπως οι κουραστικές ιστορίες στα εντός των δικαστηρίων οδηγούν αδιαμαρτύρητα στην τυφλή αποδοχή της επιβεβλημένα ποθητής ετυμηγορίας. Αν χάνει τους χαρακτήρες του (κι ας ερμηνεύονται υπέροχα από καστ βετεράνων -Κέβιν Κλάιν, Ρόμπιν Ράιτ, Τομ Γουίλκινσον- και νέων ταλέντων -Τζέιμς ΜάκΑβόι, Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ) εν μέσω συνεχών δικαστικών αντιπαραθέσεων που βασίζονται στην ιστορική ακρίβεια και τον κοφτερό διάλογο, μπορούμε να κλείσουμε τα δικά μας μάτια με ολίγη από συγκάλυψη: η ακαδημαϊκή γραφή ενοχλεί, περισσότερο όμως ενοχλεί η θύμηση, το απωθημένο στο πίσω μέρος του μυαλού Άδικο, μέσα σε ένα παραμυθένιο σύννεφο ιδανικών.
0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου