
Δύο διαμετρικά αντίθετοι χαρακτήρες, ο ένας αποτυχημένος ηθοποιός και ορκισμένος εργένης και ο άλλος επιτυχημένος δικηγόρος και πρότυπο οικογενειάρχη, ανταλλάσσουν σώματα και ζωές με μαγικό τρόπο, μετά από μια βραδιά μεθυσιού.
Παρά την αδιάκοπη προσπάθεια του Χόλιγουντ να δημιουργήσει ένα ρεύμα από τις παλιές καλές buddy movies με όλους τους πιθανούς τρόπους, το τετραπλό προπέρσινο Hangover ήταν το πρώτο, πραγματικά one of a kind, κωμικό διαμάντι που τα είχε όλα: μια παρέα βλαμμένων που στα κρυφά τη ζήλευες από τη δική σου παρέα μπαρ-εστιατόριο-σινεμά-μπάλα, έστω και για λίγο, ατάκες που διέλυαν κόκαλα και δε δίσταζαν να μπλέξουν ναρκωτικά χωρίς PG-13 συγκάλυψη, βυζιά να χορτάσει και ο κάθε λιγούρης, σκατολογικό χιούμορ που στην αρχή του τσινούσες αλλά όσο η ταινία γινόταν όλο και πιο κουλ παραδινόσουν στο trash του, ένα φινάλε βόμβα γέλιου. Με τους ίδιους συντελεστές και μελετημένα όλα στην εντέλεια δεν κατάφεραν ούτε στο 1/10 μια αντάξια συνέχεια. Πόσω μάλλον κοπιάροντας ασταμάτητα τα επιμέρους, αλλάζοντας συνεχώς το μοτίβο, σκάβοντας όλο και πιο βαθιά στο παρελθόν και ικανοποιώντας την επιφανειακή έμπνευση.
Το παραμύθι με τις αλλαγές σώματος το έχουμε δει ουκ ολίγες φορές, με λίγα λόγια. Ο μικρός που μπαίνει στο σώμα του μεγάλου, ο πλούσιος στου φτωχού, ο ντροπαλός στου ξεδιάντροπου. Για μία μέρα (Freaky Friday), για μια κατάσταση (Trading Places), για ένα ηλικιακό άλμα (13 Going on 30), δεν έχει καμία σημασία, άλλωστε πριν τελειώσουν οι τίτλοι αρχής, έχουν εξαντληθεί οι προσδοκίες. Δεν είναι οι συντελεστές το πρόβλημα, αφού ο Μπέιτμαν την έχει την κωμική φλέβα και αναβλύζει δίχως σταματημό μετά τα Αφεντικά για σκότωμα, ο Ρέινολντς είναι παραπάνω από συμπαθής (θυμηθείτε το Definitely, maybe του 2008), το Hangover ήταν ο ορισμός της διασκέδασης και ο Ντόμπκιν έχει μερίδιο ευθύνης για τις κράμπες στους κοιλιακούς μας με όσα αστεία των Γαμομπελάδων δεν έπεσαν στο κενό. Είναι που κούρασε το είδος να προσφέρει το μέτριο ως αποκάλυψη καταμεσής του φριχτού, ο κανόνας δηλαδή της αμερικανικής κωμωδίας εδώ και δεκαετίες. Και, φυσικά, είναι ότι δεν μπορείς να γελάσεις όλες τις φορές (κι ας το κάνεις δυνατά και σχεδόν ξεκαρδιστικά όταν η ταινία σε καταφέρνει) με τις προσπάθειες των δύο απέναντι σε ένα πρόχειρο σενάριο που κόβει τις ατάκες του στη μέση για να χαρίσει μπόλικο σκατό (κατευθείαν μέσα σε στόμα, παρακαλώ), γυμνό και σεξοκαλαμπούρι δημοτικού. Δεν του κρατάμε κακία, θυμηθείτε το αυτό όταν σταματήσετε να γελάτε με ένα headbanging baby δίχως προηγούμενο.
Παρά την αδιάκοπη προσπάθεια του Χόλιγουντ να δημιουργήσει ένα ρεύμα από τις παλιές καλές buddy movies με όλους τους πιθανούς τρόπους, το τετραπλό προπέρσινο Hangover ήταν το πρώτο, πραγματικά one of a kind, κωμικό διαμάντι που τα είχε όλα: μια παρέα βλαμμένων που στα κρυφά τη ζήλευες από τη δική σου παρέα μπαρ-εστιατόριο-σινεμά-μπάλα, έστω και για λίγο, ατάκες που διέλυαν κόκαλα και δε δίσταζαν να μπλέξουν ναρκωτικά χωρίς PG-13 συγκάλυψη, βυζιά να χορτάσει και ο κάθε λιγούρης, σκατολογικό χιούμορ που στην αρχή του τσινούσες αλλά όσο η ταινία γινόταν όλο και πιο κουλ παραδινόσουν στο trash του, ένα φινάλε βόμβα γέλιου. Με τους ίδιους συντελεστές και μελετημένα όλα στην εντέλεια δεν κατάφεραν ούτε στο 1/10 μια αντάξια συνέχεια. Πόσω μάλλον κοπιάροντας ασταμάτητα τα επιμέρους, αλλάζοντας συνεχώς το μοτίβο, σκάβοντας όλο και πιο βαθιά στο παρελθόν και ικανοποιώντας την επιφανειακή έμπνευση.
Το παραμύθι με τις αλλαγές σώματος το έχουμε δει ουκ ολίγες φορές, με λίγα λόγια. Ο μικρός που μπαίνει στο σώμα του μεγάλου, ο πλούσιος στου φτωχού, ο ντροπαλός στου ξεδιάντροπου. Για μία μέρα (Freaky Friday), για μια κατάσταση (Trading Places), για ένα ηλικιακό άλμα (13 Going on 30), δεν έχει καμία σημασία, άλλωστε πριν τελειώσουν οι τίτλοι αρχής, έχουν εξαντληθεί οι προσδοκίες. Δεν είναι οι συντελεστές το πρόβλημα, αφού ο Μπέιτμαν την έχει την κωμική φλέβα και αναβλύζει δίχως σταματημό μετά τα Αφεντικά για σκότωμα, ο Ρέινολντς είναι παραπάνω από συμπαθής (θυμηθείτε το Definitely, maybe του 2008), το Hangover ήταν ο ορισμός της διασκέδασης και ο Ντόμπκιν έχει μερίδιο ευθύνης για τις κράμπες στους κοιλιακούς μας με όσα αστεία των Γαμομπελάδων δεν έπεσαν στο κενό. Είναι που κούρασε το είδος να προσφέρει το μέτριο ως αποκάλυψη καταμεσής του φριχτού, ο κανόνας δηλαδή της αμερικανικής κωμωδίας εδώ και δεκαετίες. Και, φυσικά, είναι ότι δεν μπορείς να γελάσεις όλες τις φορές (κι ας το κάνεις δυνατά και σχεδόν ξεκαρδιστικά όταν η ταινία σε καταφέρνει) με τις προσπάθειες των δύο απέναντι σε ένα πρόχειρο σενάριο που κόβει τις ατάκες του στη μέση για να χαρίσει μπόλικο σκατό (κατευθείαν μέσα σε στόμα, παρακαλώ), γυμνό και σεξοκαλαμπούρι δημοτικού. Δεν του κρατάμε κακία, θυμηθείτε το αυτό όταν σταματήσετε να γελάτε με ένα headbanging baby δίχως προηγούμενο.
0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου