
Σχεδόν με την έναρξη της ταινίας, η σοφία ενός γέρου χωρικού, του βάζει μία φράση στο στόμα: “Δε φτάνει να ξέρεις να τραβάς καλά το σπαθί σου, αλλά και να γνωρίζεις πότε να το τραβήξεις”. Η αρχική δήλωση του Ταρσέμ, περασμένη κάτω από τα μάτια των παραγωγών που φρόντισαν να φορτώσουν με μεγάλα κόκκινα γράμματα το “300” και τις αναφορές του στην αφίσα των Αθάνατων, είναι σαφής. Είμαι, λέει, τόσο κοντά, όσο είμαι και μακριά από εκείνη την ταινία. Το αμερικανικό σύμπαν του κόμικ ιμπεριαλισμού και φασιστοερεθισμού της ταινίας του Σνάιντερ έχει ήδη πάει στον αγύριστο και τη θέση του έχει πάρει το προσωπικό όραμα ενός πραγματικού αρτίστα.
Γιατί, μπορεί η ιστορία των Παρλαπανίδων που υπογράφουν το σενάριο να αδυνατεί να απαγκιστρωθεί από το αναπόφευκτο χάρτινο των επικών χαρακτήρων της στρεβλωμένης μυθολογίας και να βάζουν στο παιχνίδι ακόμα και ένα “Σταύρο” στο πλευρό του Θησέα και στη μάχη του εναντίον του Υπερίωνα που θέλει να ξυπνήσει τους Τιτάνες και να βυθίσει τον κόσμο στο σκοτάδι, όσο όμως οι γκρινιαροπαρθένες θα σκούζουν γιατί τους χάλασαν τη συνοχή του ελληνικότατου παραμυθιού τους, ο γνήσιος καλλιτέχνης Ταρσέμ θα συνεχίζει ό,τι έκανε πριν 10 και βάλε χρόνια στο Κελί του.
Θα υπερβαίνει δηλαδή εικαστικά ένα σινεμά της μάζας, του ποπ κορν και του γραφικού ξεκοιλιάσματος, εικονογραφώντας στο παράδοξο των πολυκινηματογράφων αυτό που θα έπρεπε κανείς να συναντά σε βιβλία και μουσεία τέχνης. Η κουλτούρα εναλλάσσεται με εικόνες εικαστικής έμπνευσης που τροφοδοτούνται από παντού: Από την πραγματική αισθητική γνώση της αρχαίας Ελλάδας, τους αναγεννησιακούς πίνακες και την ανατολή, στο βυζάντιο και τη γλυπτική πριν την κινησιολογία, όλα σε μία επιβεβλημένη αργή κίνηση που, αυτή τη φορά, δεν εξυπηρετεί το φτηνό εντυπωσιασμό, αλλά την αναγνώριση στην παράδοση ενός καλλιτέχνη στην κινούμενη εικόνα και τη σαρωτική ταχύτητά της. Ακόμα και το τρισδιάστατο, αχρείαστο για μία τέχνη όπως το σινεμά που αναπληρώνει τη δυναμική της εικόνας με τη σύνθεση, εδώ τελειοποιείται, ορίζει τη φόρμα, ωθεί το εικαστικό κάλλος στα όρια. Στο κάτω κάτω, αν νομίζει κανείς ότι μπορεί να αγγίξει τη Φρέιντα Πίντο (πιθανότατα την πιο όμορφη γυναίκα στον αχανή πλανήτη μας), δεν είναι και λίγο.
Γιατί, μπορεί η ιστορία των Παρλαπανίδων που υπογράφουν το σενάριο να αδυνατεί να απαγκιστρωθεί από το αναπόφευκτο χάρτινο των επικών χαρακτήρων της στρεβλωμένης μυθολογίας και να βάζουν στο παιχνίδι ακόμα και ένα “Σταύρο” στο πλευρό του Θησέα και στη μάχη του εναντίον του Υπερίωνα που θέλει να ξυπνήσει τους Τιτάνες και να βυθίσει τον κόσμο στο σκοτάδι, όσο όμως οι γκρινιαροπαρθένες θα σκούζουν γιατί τους χάλασαν τη συνοχή του ελληνικότατου παραμυθιού τους, ο γνήσιος καλλιτέχνης Ταρσέμ θα συνεχίζει ό,τι έκανε πριν 10 και βάλε χρόνια στο Κελί του.
Θα υπερβαίνει δηλαδή εικαστικά ένα σινεμά της μάζας, του ποπ κορν και του γραφικού ξεκοιλιάσματος, εικονογραφώντας στο παράδοξο των πολυκινηματογράφων αυτό που θα έπρεπε κανείς να συναντά σε βιβλία και μουσεία τέχνης. Η κουλτούρα εναλλάσσεται με εικόνες εικαστικής έμπνευσης που τροφοδοτούνται από παντού: Από την πραγματική αισθητική γνώση της αρχαίας Ελλάδας, τους αναγεννησιακούς πίνακες και την ανατολή, στο βυζάντιο και τη γλυπτική πριν την κινησιολογία, όλα σε μία επιβεβλημένη αργή κίνηση που, αυτή τη φορά, δεν εξυπηρετεί το φτηνό εντυπωσιασμό, αλλά την αναγνώριση στην παράδοση ενός καλλιτέχνη στην κινούμενη εικόνα και τη σαρωτική ταχύτητά της. Ακόμα και το τρισδιάστατο, αχρείαστο για μία τέχνη όπως το σινεμά που αναπληρώνει τη δυναμική της εικόνας με τη σύνθεση, εδώ τελειοποιείται, ορίζει τη φόρμα, ωθεί το εικαστικό κάλλος στα όρια. Στο κάτω κάτω, αν νομίζει κανείς ότι μπορεί να αγγίξει τη Φρέιντα Πίντο (πιθανότατα την πιο όμορφη γυναίκα στον αχανή πλανήτη μας), δεν είναι και λίγο.
1 Σχόλια:
Well said. Κοφτερό και ξεκαρδιστικό το χιούμορ.
Δημοσίευση σχολίου